
Ήμασταν παντρεμένοι για δεκαπέντε χρόνια — δεκαπέντε χρόνια στα οποία έδωσα τον εαυτό μου ολοκληρωτικά, χωρίς καμία επιφύλαξη. Δεν ήμουν απλώς σύζυγος· έγινα το στήριγμά του, το σιωπηλό του καταφύγιο, ο άνθρωπος που τον κρατούσε όρθιο όταν ο κόσμος γύρω του κατέρρεε. Τα τελευταία τρία χρόνια φρόντιζα τον πατέρα του, μια μεγάλη μορφή στον επιχειρηματικό κόσμο — τον Λούκας φον Βάλντεν, έναν άνθρωπο που έχτισε μια αυτοκρατορία ακινήτων από το μηδέν και άφησε πίσω του μια περιουσία εβδομήντα πέντε εκατομμυρίων ευρώ.
Γρήγορα κατάλαβα ότι ο πλούτος δεν σημαίνει τίποτα μπροστά στην ασθένεια. Καθώς ο καρκίνος κατέστρεφε αργά την υγεία του Λούκας, ο σύζυγός μου, ο Σεμπάστιαν, ξαφνικά ήταν «πολύ απασχολημένος». Οι μέρες του γέμιζαν με συναντήσεις που ποτέ δεν έμοιαζαν επείγουσες, επαγγελματικά γεύματα, παιχνίδια γκολφ και τη θορυβώδη παρέα φίλων που αγαπούσαν μόνο τον εαυτό τους και τις συζητήσεις τους. Μου έλεγε ότι το να βλέπει τον πατέρα του να υποφέρει «επηρεάζει την ψυχολογία του» και ότι έπρεπε «να επικεντρωθεί σε σημαντικά πράγματα».
Ανέλαβα όλη τη φροντίδα μόνη μου. Έπλενα τον Λούκας όταν ήταν πολύ αδύναμος για να σηκωθεί. Καθόμουν δίπλα στο κρεβάτι του όταν η μορφίνη έσβηνε τις αναμνήσεις του, μετατρέποντας το παρελθόν σε θολές ιστορίες που μόλις συγκρατούσε η μνήμη. Κάθε πρωί του διάβαζα τις εφημερίδες και του διηγούμουν τα νέα του κόσμου. Στις ήσυχες ώρες πριν από την αυγή, όταν ο φόβος και ο πόνος έσφιγγαν την καρδιά του, του κρατούσα το χέρι για να του θυμίζω ότι δεν ήταν μόνος. Ο Σεμπάστιαν εμφανιζόταν καμιά φορά — άψογα ντυμένος και περιποιημένος — για να χτυπήσει τον πατέρα του φιλικά στον ώμο και να ρίξει μια ματιά στο ρολόι του, σαν να υπολόγιζε πόσος χρόνος απέμενε μέχρι την κληρονομιά. Κλείνοντας τα μάτια, δικαιολογούσα την αδιαφορία του με τη θλίψη.
Όταν ο Λούκας πέθανε, ο κόσμος μου κατέρρευσε. Έχασα τον άνθρωπο που είχε γίνει για μένα πατέρας. Για τον Σεμπάστιαν, ο θάνατος ήταν η αρχή ενός νέου παιχνιδιού. Στην κηδεία έκλαιγε όμορφα και πειστικά, σκουπίζοντας τα δάκρυά του με ένα ακριβό μεταξωτό μαντήλι, ενώ ταυτόχρονα αξιολογούσε τους παρευρισκόμενους επιχειρηματίες, σαν να υπολόγιζε τις περιουσίες τους από το κόψιμο των κοστουμιών τους.
Δύο μέρες μετά την κηδεία, επέστρεψα στο σπίτι εξαντλημένη, με πρησμένα μάτια από το κλάμα, και είδα τις βαλίτσες μου πεταμένες στο χολ. Τα ρούχα ήταν στριμωγμένα άτακτα, τα παπούτσια σκορπισμένα, τα μανίκια προεξείχαν σαν κάποιος να είχε βιαστεί.
— «Σεμπάστιαν;» φώναξα, σφίγγοντας τα κλειδιά στο χέρι μου.
Κατέβαινε τις σκάλες ήρεμος, χωρίς ίχνος λύπης, με ένα ποτήρι σαμπάνια στο χέρι, φορώντας τέλεια σιδερωμένο πουκάμισο και ακριβά ρολόγια. Έδειχνε φρέσκος και τρομακτικός.
— «Ιζαμπέλ», είπε με σταθερή, σχεδόν ψυχρή φωνή, «νομίζω ότι πρέπει να χωρίσουμε».
Μου έπεσαν τα κλειδιά από τα χέρια. — «Τι λες;»
— «Ο πατέρας μου πέθανε», είπε ελαφρά, πίνοντας μια γουλιά σαμπάνια. «Και αυτό σημαίνει ότι θα κληρονομήσω τα πάντα. Εβδομήντα πέντε εκατομμύρια ευρώ. Καταλαβαίνεις;»
— «Είναι μεγάλη ευθύνη», άρχισα.
Γέλασε κοφτά. — «Ευθύνη; Ήσουν χρήσιμη όταν ο μπαμπάς χρειαζόταν φροντίδα. Μια δωρεάν νοσοκόμα. Και τώρα; Είσαι βάρος. Απλή, χωρίς φιλοδοξία, χωρίς φινέτσα. Δεν υπάρχει θέση για σένα εδώ».
Τα λόγια του με συνέτριψαν. — «Είμαι η γυναίκα σου», είπα. «Φρόντισα τον πατέρα σου γιατί τον αγαπούσα… και εσένα επίσης».
— «Το εκτιμώ», απάντησε, βγάζοντας μια επιταγή και πετώντας την στα πόδια μου. «Δέκα χιλιάδες ευρώ. Πάρε τα και φύγε. Θέλω να μην είσαι εδώ όταν έρθει ο δικηγόρος».
Η ασφάλεια με έβγαλε έξω στη βροχή, ενώ ο Σεμπάστιαν παρακολουθούσε από το μπαλκόνι τελειώνοντας τη σαμπάνια του. Εκείνη τη νύχτα κοιμήθηκα στο αυτοκίνητό μου, στο πάρκινγκ ενός σούπερ μάρκετ που λειτουργούσε όλο το εικοσιτετράωρο. Ένιωθα ταπεινωμένη, πεταμένη, περιττή. Είχα πραγματικά περάσει δεκαπέντε χρόνια αγαπώντας έναν ξένο; Ο άντρας στον οποίο πίστευα δεν είχε υπάρξει ποτέ. Μόνο ένας θηρευτής, που περίμενε την κατάλληλη στιγμή.
Πέρασαν τρεις εβδομάδες. Βρήκα ένα μικρό διαμέρισμα, προσπάθησα να ξαναρχίσω τη ζωή μου και έλαβα τα έγγραφα του διαζυγίου. Ο Σεμπάστιαν ήθελε όλα να γίνουν γρήγορα. Καθαρά. Σαν να μπορούσε να με σβήσει από την επιφάνεια της γης για να απολαύσει την περιουσία.
Ύστερα ήρθε η πρόσκληση για την ανάγνωση της διαθήκης. Ο δικηγόρος του Λούκας φον Βάλντεν, ο κύριος Χέλμουτ Στάινερ, ένας αυστηρός και σχολαστικός άνθρωπος, με κάλεσε να παρευρεθώ. Ο Σεμπάστιαν εξαγριώθηκε και με πήρε τηλέφωνο:
— «Γιατί να πας; Ο πατέρας μου σίγουρα σου άφησε κάποιο ασήμαντο πράγμα. Υπόγραψε τα χαρτιά και εξαφανίσου».
Πήγα στο γραφείο με το μοναδικό αξιοπρεπές ρούχο που είχα. Ο Σεμπάστιαν ήταν ήδη εκεί, περιτριγυρισμένος από οικονομικούς συμβούλους. Χαμογελούσε, βέβαιος για τη νίκη του, χωρίς να υποψιάζεται ότι όλα θα άλλαζαν.
— «Κάθισε πίσω, Ιζαμπέλ», φώναξε. «Και σώπα».

Ο κύριος Στάινερ, κρατώντας μια βαριά δερμάτινη τσάντα, άρχισε την ανάγνωση της διαθήκης. Όταν έφτασε στο σημείο της κληρονομιάς, ο Σεμπάστιαν πετάχτηκε:
— «Όλα είναι δικά μου! Εβδομήντα πέντε εκατομμύρια! Κι εσύ, Ιζαμπέλ; Τίποτα!»
Έμεινα καθισμένη, παγωμένη. Όμως ο δικηγόρος συνέχισε:
— «Υπάρχει μια επιπλέον ρήτρα, γραμμένη από τον πατέρα σας δύο ημέρες πριν πέσει σε κώμα. Μια ρήτρα πίστης και χαρακτήρα».
Ο Σεμπάστιαν ξεφύσησε. — «Παραλείψτε το αυτό, βαρετές διαλέξεις».
— «Δεν μπορώ. Από αυτό εξαρτάται η κληρονομιά σας».
— «Παρατηρούσα τον γιο μου για πολλά χρόνια», διάβασε ο δικηγόρος, «τη ματαιοδοξία του, τον εγωισμό του, την έλλειψη συμπόνιας. Αλλά παρατηρούσα και την Ιζαμπέλ. Έγινε η κόρη που δεν είχα ποτέ. Με φρόντισε, άντεξε τις ιδιοτροπίες μου, διατήρησε την αξιοπρέπειά της στις τελευταίες μου μέρες, ενώ ο γιος μου περίμενε τον θάνατό μου. Αν ο Σεμπάστιαν απέρριψε την Ιζαμπέλ, δεν αξίζει την κληρονομιά. Όλη η περιουσία και όλα τα χρήματα περνούν στην Ιζαμπέλ».
Η αίθουσα πάγωσε. Ο Σεμπάστιαν χλώμιασε, κοιτάζοντάς με σαν να είχα επιστρέψει από τους νεκρούς.
— «Όλα… σε εκείνη;» ψέλλισε.
Ο δικηγόρος έκλεισε αποφασιστικά την τσάντα. — «Ναι. Σύμφωνα με τα έγγραφα διαζυγίου που καταθέσατε την περασμένη εβδομάδα, η ρήτρα αποστέρησης κληρονομιάς τίθεται πλήρως σε ισχύ».
Ο Σεμπάστιαν κατέρρευσε στην καρέκλα. — «Όχι… όχι… αυτό είναι αδύνατο!»
Προσπάθησε να πιάσει τα χέρια μου. — «Ιζαμπέλ, σ’ αγαπώ! Μπορούμε να το διορθώσουμε!»
Κοίταξα αυτά τα χέρια που μου είχαν πετάξει μια επιταγή και με είχαν βγάλει στη βροχή. Στα μάτια του δεν υπήρχε αγάπη. Μόνο φόβος, απληστία, επιθυμία για πλούτο.
Τράβηξα αργά τα χέρια μου και σηκώθηκα.
— «Έχεις δίκιο σε ένα πράγμα, Σεμπάστιαν. Ο πόνος εξηγεί τα πάντα».
— «Ιζαμπέλ, σε παρακαλώ!» γονάτισε. «Είσαι η γυναίκα μου!»
— «Δεν είμαι πια», είπα ήρεμα. «Εσύ το αποφάσισες».
Γύρισα προς τον κύριο Στάινερ.
— «Πότε μπορώ να πάρω το σπίτι;»
— «Αμέσως. Οι κλειδαριές θα αλλάξουν μέσα στην ώρα».
Βγήκα έξω. Ο ήλιος φαινόταν εξωπραγματικός. Ο αέρας ήταν καινούριος — όχι μόνο λόγω των χρημάτων, αν και αυτό είχε σημασία, αλλά επειδή η δικαιοσύνη είχε θριαμβεύσει.
Κάθισα στο αυτοκίνητο. Δεν ήταν το τέλος των δακρύων, αλλά η αρχή μιας νέας ζωής. Ο Σεμπάστιαν έμεινε πίσω, φωνάζοντας στο τηλέφωνο και κατηγορώντας τους πάντες γύρω του.
Χαμογέλασα. Το δικό του χαμόγελο είχε χαθεί για πάντα. Το δικό μου μόλις ξεκινούσε.







