
Δούλευα σαν οικιακή βοηθός για έναν πλούσιο επιχειρηματία. Όμως από την πρώτη στιγμή κατάλαβα ότι δεν με προσέλαβε για τις ικανότητές μου στο καθάρισμα. Ο πραγματικός λόγος ήταν… πολύ πιο περίπλοκος.
«Αυτός δεν με κάλεσε εδώ για δουλειά… αλλά το σχέδιό του κατέρρευσε όταν εμφανίστηκε ο γιος του.»
Ξύπνησα πριν καν χτυπήσει το ξυπνητήρι — κάθε φορά που είχα ραντεβού σε νέο σπίτι συνέβαινε το ίδιο. Είχα ανάγκη από αυτή τη δουλειά, αλλά κάθε αρχή συνοδευόταν από άγχος. Πάντα με απασχολούσε αν θα τους αρέσω ή αν θα μου φερθούν άσχημα.
Ετοιμάστηκα γρήγορα, έδεσα τα μαλλιά μου σε έναν σφιχτό κότσο και φόρεσα την καθαρή, σιδερωμένη στολή μου. Μία μικρή προσευχή ότι όλα θα πάνε καλά ― και βγήκα από το σπίτι.
Το σπίτι του καινούργιου εργοδότη ήταν… άπιαστο όνειρο. Ένα τεράστιο αρχοντικό, περιφραγμένο, με αυτόματες πύλες και μια μεγάλη διαδρομή που οδηγούσε στην είσοδο.
Συγκράτησα τον εαυτό μου να μη μείνω με το στόμα ανοιχτό.
«Αλίκη;» άκουσα μια βαθιά φωνή.
Γύρισα και αντίκρισα έναν άντρα γύρω στα πενήντα. Ψηλός, σοβαρός, καλοντυμένος, με βλέμμα που έδειχνε πως είχε συνηθίσει να τον υπακούν.
Ήταν ο κύριος Σταύρου. Ο εργοδότης μου.
Με οδήγησε μέσα χωρίς κανένα χαμόγελο.
«Το σπίτι πρέπει να είναι πάντα άψογο», είπε ψυχρά.
«Δεν ανέχομαι ακαταστασία. Θα πληρώνεσαι καλά, αλλά περιμένω απόλυτη αφοσίωση. Εχεις κάποια ερώτηση;»
«Ναι… Θα είμαι η μόνη οικιακή βοηθός;» ρώτησα διστακτικά.
«Ναι», απάντησε αμέσως. «Δε μου αρέσει να κυκλοφορούν άγνωστοι στο σπίτι μου.»

Ήταν κάπως περίεργο. Για τέτοιο σπίτι θα περίμενες προσωπικό.
Αλλά δεν είπα κάτι άλλο. Είχα ανάγκη τη δουλειά.
Τότε, παρατήρησα ότι με κοιτούσε… πολύ. Όχι με επαγγελματικό τρόπο. Με έναν τρόπο που με έκανε να νιώσω άβολα.
Εγώ κατέβασα τα μάτια μου αμέσως. Δεν ήθελα παρεξηγήσεις.
Μετά την ξενάγηση, μού έδειξε το δωμάτιο καθαρισμού και μου έδωσε μια λίστα με δουλειές. Ετοιμάστηκα να ξεκινήσω, όταν ξαφνικά άκουσα την πόρτα.
Κάποιος μπήκε μέσα στο σπίτι.
«Μπαμπά;» ακούστηκε μια νεανική φωνή.
Ο κύριος Σταύρου πάγωσε.
Φαινόταν… ενοχλημένος.
Εμφανίστηκε ένας άντρας γύρω στα 25. Πανέμορφος, χαμογελαστός, με φιλική αύρα — εντελώς διαφορετικός από τον πατέρα του.
«Χάρηκα, είμαι ο Νίκος», μου είπε αμέσως και μου έτεινε το χέρι του.
Του χαμογέλασα και ανταπέδωσα.
Ο κύριος Σταύρου κοίταξε εναλλάξ εμένα και τον γιο του. Και τότε… ένα περίεργο, σκοτεινό βλέμμα εμφανίστηκε στο πρόσωπό του. Σαν να μην του άρεσε καθόλου που μιλούσαμε.
Ο Νίκος έμεινε να μιλήσει με τον πατέρα του, αλλά οι φωνές τους γρήγορα ανέβηκαν.
«Δεν μπορείς να αποφασίζεις τα πάντα μόνος σου!» ακούστηκε ο γιος.
«Αυτό το σπίτι δεν είναι πια μόνο δικό σου!»
«Δεν ανακατεύεσαι στις αποφάσεις μου, Νίκο», απάντησε ο πατέρας αυστηρά.
Τότε ο Νίκος είδε εμένα να σκουπίζω τον διάδρομο.
«Μπαμπά… Μη μου πεις ότι πάλι…»
Στράφηκε προς εμένα με απολογία στα μάτια.
«Σε προσέλαβε… σωστά;» με ρώτησε χαμηλόφωνα.
«Για δουλειά; Ή για… άλλους λόγους;»

Κόλλησα στη θέση μου.
«Για… δουλειά», είπα αμήχανα.
Ο Νίκος αναστέναξε.
Και τότε μου είπε κάτι που με αιφνιδίασε:
«Πρόσεχε. Ο πατέρας μου δεν προσλαμβάνει ποτέ τυχαία.»
Από εκείνη τη μέρα, ο κύριος Σταύρου άρχισε να συμπεριφέρεται αλλιώς. Με πλησίαζε υπερβολικά, έκανε σχόλια για την εμφάνισή μου, μου μιλούσε πολύ… προσωπικά.
Εγώ κρατούσα αποστάσεις όσο πιο διακριτικά μπορούσα.
Μια μέρα, ενώ καθάριζα την τραπεζαρία, άκουσα τη φωνή του:
«Αλίκη… Ξέρεις ότι δε χρειάζεται να ζεις έτσι. Θα μπορούσα να σου προσφέρω… πολλά παραπάνω από έναν μισθό.»
Πάγωσα.
«Κύριε Σταύρου… Είμαι εδώ μόνο για να δουλέψω.»
Εκείνος χαμογέλασε περίεργα.
«Μη βιάζεσαι να απαντήσεις.»
Και τότε, σαν από θαύμα, εμφανίστηκε ο Νίκος.
«Μπαμπά!» φώναξε θυμωμένα.
«Άσε την κοπέλα ήσυχη.»
Ο κύριος Σταύρου γύρισε απότομα.
«Μη μου υψώνεις τη φωνή μέσα στο ίδιο μου το σπίτι!»
Αλλά ο Νίκος δεν σταμάτησε.
«Ξέρω ακριβώς γιατί την προσέλαβες. Το κάνεις κάθε φορά. Φτάνει πια.»
Γύρισα να φύγω, αλλά ο Νίκος με σταμάτησε.
«Μη φύγεις. Θέλω να μιλήσουμε.»
Περπατήσαμε μέχρι τον κήπο, όπου δεν μας άκουγε κανείς.
«Συγγνώμη για ό,τι έγινε», είπε.
«Ο πατέρας μου… μετά τον χωρισμό με τη μητέρα μου έχει γίνει… περίεργος. Μοναχικός. Και κάποιες φορές… παρεκτρέπεται.»
Έμεινα σιωπηλή.
«Αν θες, μπορώ να σε βοηθήσω να βρεις μια καλύτερη δουλειά. Δεν χρειάζεται να είσαι εδώ.»
Τον κοίταξα συγκινημένη. Ήταν ο μόνος που φερόταν ανθρώπινα.
«Ευχαριστώ… το εκτιμώ πραγματικά.»
Όμως ο κύριος Σταύρου μας είδε από το παράθυρο.
Έξαλλος, κατέβηκε στον κήπο.
«Τι νομίζεις ότι κάνεις;» φώναξε στον γιο του.
«Πας να με υπονομεύσεις;»
«Όχι», απάντησε ήρεμα ο Νίκος.
«Προσπαθώ να διορθώσω τις ζημιές που κάνεις.»
Ο κύριος Σταύρου γύρισε προς εμένα.
«Εσύ… είσαι απολυμένη!»
Ένιωσα τα μάτια μου να γεμίζουν.
Όχι γιατί έχασα τη δουλειά — αλλά γιατί με αδικούσε χωρίς λόγο.
Τότε όμως συνέβη κάτι που δεν περίμενα.
Ο Νίκος στάθηκε μπροστά μου.
«Αν την απολύσεις… φεύγω κι εγώ από εδώ. Μόνιμα.»
Ο πατέρας του πάγωσε.
Ήταν η πρώτη φορά που είδα φόβο στα μάτια του.
«Νίκο… όχι αυτό…»
«Ή αυτή μένει ή εγώ φεύγω.»
Σιωπή.
Τελικά, ο κύριος Σταύρου υπέκυψε.
«Μπορεί να μείνει», είπε ψυχρά και έφυγε.
Έμεινα μόνη με τον Νίκο.
«Συγγνώμη που σε έμπλεξα», ψιθύρισα.
Αυτός χαμογέλασε.
«Δεν με έμπλεξες. Εσύ απλώς ήσουν ο καθρέφτης που χρειαζόταν για να δει ο πατέρας μου τον εαυτό του.»
Και τότε μου είπε κάτι ακόμα πιο απρόσμενο:
«Δεν θέλω να μείνεις εδώ… ως υπάλληλος. Θέλω να σε βοηθήσω να χτίσεις κάτι καλύτερο. Κάτι δικό σου. Είσαι πολύ αξιόλογη για να περιορίζεσαι σε αυτό το σπίτι.»
Τον κοίταξα έκπληκτη.
«Θα με βοηθήσεις;»
«Ναι», είπε με σταθερή φωνή.
«Αν το θες κι εσύ.»
Κι έτσι… άρχισε μια νέα σελίδα στη ζωή μου.
Μια σελίδα που δεν καθόρισε ο φόβος — αλλά η αξιοπρέπεια και η καλοσύνη.







